2641100400, 694 447 5080 mandrikoula@hotmail.com

Η εμμηνόπαυση είναι μία φυσιολογική κατάσταση στη ζωή της γυναίκας και προκαλείται όταν οι ωοθήκες παύουν να εκκρίνουν τις ορμόνες οιστρογόνα και προγεστερόνη, με αποτέλεσμα τη διακοπή της εμμήνου ρύσεως. Η μέση ηλικία εμμηνόπαυσης είναι το 51ο έτος με εύρος από 42–60 ετών. Η εμμηνόπαυση που επέρχεται σε ηλικία μικρότερη των 40 ετών ονομάζεται πρώιμη εμμηνόπαυση ή πρόωρη ωοθηκική ανεπάρκεια.

Ως Εμμηνόπαυση ορίζεται η χρονική περίοδος που ακολουθεί την τελευταία έμμηνο ρύση, ενώ ως Κλιμακτήριος ή Περιεμμηνοπαυσιακή Περίοδος αναφέρεται το χρονικό διάστημα που οδηγεί στην εμμηνόπαυση και το οποίο μπορεί να διαρκέσει έως και 10 χρόνια.

Συμπτώματα Εμμηνόπαυσης

Η εμμηνόπαυση επηρεάζει τον οργανισμό επιδρώντας σε όλα σχεδόν τα συστήματα (εγκέφαλο, δέρμα, γαστρεντερικό σύστημα, θυρεοειδή αδένα, μαστό, καρδιαγγειακό σύστημα, οστά, γεννητικό και ουροποιητικό σύστημα). Τα συχνότερα συμπτώματα, που εμφανίζονται στο 70% περίπου των γυναικών, είναι:

  • Εξάψεις
  • Εφιδρώσεις
  • Αίσθημα παλμών
  • Αϋπνία
  • Κεφαλαλγίες και αρθραλγίες
  • Κατάθλιψη και διαταραχές μνήμης
  • Ξηρότητα κόλπου και πόνος κατά τη σεξουαλική επαφή
  • Ακράτεια ούρων

Επιπτώσεις στην Υγεία

Μετά την εμμηνόπαυση η έλλειψη οιστρογόνων οδηγεί σε ταχεία απώλεια της οστικής μάζας και αυξημένο κίνδυνο οστεοπόρωσης, με αύξηση κινδύνου καταγμάτων ισχίου, καρπού, σπονδύλων και πλευρών.

Η κυριότερη αιτία θανάτων μεταξύ των γυναικών στην εμμηνόπαυση είναι η αθηρωμάτωση και η καρδιαγγειακή νόσος. Παράγοντες κινδύνου αποτελούν η παχυσαρκία, η αρτηριακή υπέρταση, τα αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης, το κάπνισμα και ο σακχαρώδης διαβήτης.

Θεραπεία – Ορμονική Υποκατάσταση

Τα συμπτώματα διαφέρουν από γυναίκα σε γυναίκα. Κάποιες προτιμούν αλλαγές τρόπου ζωής (διακοπή καπνίσματος, υγιεινή διατροφή, μείωση καφεΐνης/αλκοόλ, άσκηση). Σε πολλές περιπτώσεις τα συμπτώματα είναι έντονα και απαιτούν ειδική αγωγή.

Η θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης είναι διαθέσιμη σε ποικιλία σχημάτων (δισκία, διαδερμικά αυτοκόλλητα, γέλη, ενδοκολπική χορήγηση). Η απόφαση για χορήγηση αγωγής λαμβάνεται από τον ειδικό ιατρό σε συνεργασία με τη γυναίκα, αφού εκτιμηθούν πιθανοί παράγοντες κινδύνου (καρκίνος μαστού στην οικογένεια, θρομβώσεις, καρδιαγγειακό ιστορικό κ.ά.).